Monday, March 16, 2009

ΣΚΥΛΙΣΙΑ ΖΩΗ……….

                                                                

Αυτό που μου δίνει στα νεύρα, είναι το βλέμμα των αδέσποτων, όταν βγαίνω βόλτα με τ’ αφεντικά μου! Με κοιτάζουν με τέτοια ζήλια, λες και είμαι

τόσο τυχερός, που με τραβούν μ’ ένα λουρί δεξιά και αριστερά!

Δεν ξέρω αν αυτό που οι άνθρωποι λένε Θεός, είναι ο ίδιος και για μας τους σκύλους, αλλά αν είναι, ξεχασμένους μας έχει εδώ και χρόνια!

Όσο για τ’ αδέσποτα αδέλφια, δεν ξέρουν τι είναι να είσαι σκύλος «από σπίτι»! Δεν ξέρουν ότι αυτό το σπίτι είναι που πέφτει και σε πλακώνει!

Εντάξει, δεν ψάχνω μέσα στα σκουπίδια για φαγητό και αν το βρω να είμαι τυχερός. Εμένα  η τροφή μου έρχεται σε πιάτο και  στην ώρα της…..

Εντάξει, εγώ δεν κοιμάμαι όπου βρω κι όταν βρέχει να ψάχνω γέφυρα να χωθώ ή πυλωτή πολυκατοικίας. Εγώ έχω το σπιτάκι μου μέσα στο κήπο

και πηγαίνω για ύπνο όποτε θέλω…..

Εντάξει, εμένα κανείς δεν μου λέει «ούστ βρομόσκυλο», ούτε με παίρνουν με τις πέτρες. Εμένα με ξεθεώνουν στα χάδια και στις αγκαλιές και με

βάζουν να παίζω με μπάλες ξύλα και άλλες αηδίες, την ώρα που θέλω να ξαπλώσω στην λιακάδα….

Εντάξει, εγώ δεν κινδυνεύω να με πατήσει αυτοκίνητο και να με στείλει στον άλλο κόσμο πριν της ώρας μου. Εγώ μένω πάντα κλεισμένος στον κήπο

και  βγαίνω βόλτα μόνο με κάποιον του σπιτιού, μ’ ένα λουρί στο λαιμό και όλοι με προστατεύουν, λες και είμαι είδος υπό εξαφάνιση……

Και που τα έχω όλα αυτά, τι νομίζουν τ’ αδέλφια μου τ’ αδέσποτα, ότι είμαι ευτυχισμένος; Τότε να πάνε να ρωτήσουν τους φυλακισμένους! Είναι κι

αυτοί ευτυχισμένοι που δεν έχουν ν’ ανησυχούν για τίποτα, που το φαγητό τους έρχεται έτοιμο, χωρίς να παλέψουν για να το αποκτήσουν; 

Γιατί αν είναι ευτυχισμένοι, τότε γιατί όλοι οι άνθρωποι δεν κάνουν εγκλήματα, να τους κλείσουν πίσω από τα κάγκελα να γεράσουν χωρίς να έχουν

άγχος για τίποτα;

Κατ’ αρχήν, εγώ γεννήθηκα ούτε θυμάμαι πού, αλλά πάντως όλοι είπαν ότι είμαι «σκυλί ράτσας» και νομίζω ότι αυτό ήταν καλό…..

Βρέθηκα σ’ ένα κλουβί μαζί με άλλα κουτάβια σ’ ένα κατάστημα που ήταν γεμάτο ζώα και λίγο πιο πέρα από το κλουβί μου, ήταν το κλουβί μιας

μαϊμούς που όλο τσίριζε και την αντιπαθούσα. Μια μέρα ήρθε ένας κύριος, το αφεντικό μου και με αγόρασε για να με κάνει δώρο στα παιδιά του…..

Αργότερα έμαθα ότι οι άνθρωποι πάνε και αγοράζουν ζώα όπως πάνε στο μανάβη και αγοράζουν τις ντομάτες….

Στην αρχή χάρηκα που θα γλίτωνα από την αντιπαθητική μαϊμού και από ένα παπαγάλο που είχε έρθει καινούριος και όλο έλεγε «γεια σου Γιώργο»

και μου έσπαγε τα νεύρα. Άσε πια το κλουβί! Μικρό….κουτάβι και γνώρισα της φυλακής τα σίδερα, πριν μάθω τον κόσμο! Δεν ήξερα ότι έφευγα από

ένα κλουβί για να πάω σε μεγαλύτερο…..

Η οικογένεια που με αγόρασε, δεν λέω, καλή είναι, αν και τα παιδιά είναι πολύ ζωηρά και τρέχουν όλη μέρα και μια φορά, παραλίγο θα μου πατούσαν

την ουρά με το ποδήλατο….τέλος πάντων….. Με πήγαν σε γιατρό για εμβόλια, πράγμα που δεν μου άρεσε καθόλου γιατί η ένεση πονάει, αλλά ήταν λέει

απαραίτητο και μόλις μεγάλωσα λίγο μου έφεραν δάσκαλο για να μου μάθει τρόπους….

Αυτό που μ’ εκνευρίζει, είναι που δεν με αφήνουν να μπω στο σπίτι! Θα μου πεις αφού έχω δικό μου, γιατί θέλω να μπω στο άλλο; Είναι θέμα

περιέργειας, αλλά και….ευθιξίας! Τόσοι μπαίνουν εκεί μέσα, εγώ γιατί να μην μπω; Κοιτάζω από το παράθυρο βέβαια, αλλά τον χειμώνα που είναι

κλειστά τα παράθυρα, δεν έχω ήχο και έτσι δεν ξέρω τι λένε!

Ας πούμε γιατί η κυρία Αλίκη, η κυρία μου, μια μέρα πήρε ένα τασάκι και το πέταξε με δύναμη στον τοίχο; Τι της έλεγε ο κύριος Μάκης και είχε

κοκκινίσει ολόκληρος; Εκείνο το βράδυ, είχε αργήσει πολύ να επιστρέψει σπίτι και η κυρία είχε μάλλον νεύρα….Τάισε τα παιδιά νωρίς-νωρίς και τα

έστειλε για ύπνο και μετά πηγαινοερχόταν συνεχώς στο δωμάτιο και όταν  ήρθε ο άντρας της, έβαλε τα χέρια στη μέση και κάτι του έλεγε, αλλά οι

μόνες λέξεις που μπόρεσα ν’ ακούσω ήταν : « Τι ώρα είναι αυτή;» και μετά από λίγο: « Εδώ δεν είναι ξενοδοχείο!».  Αυτό τώρα, το τελευταίο, δεν

ξέρω γιατί του το είπε. Δεν ξέρει ο κύριος ότι μένει σε σπίτι και όχι σε ξενοδοχείο; Μετά τον άκουσα να της λέει: « Δουλεύω σαν σκλάβος για να

μην σας λείψει τίποτα!». Εκείνη την στιγμή μπερδεύτηκα εντελώς! Προβληματίστηκα, γιατί εγώ βλέπω πόσο σκληρά δουλεύει η κυρία κάθε μέρα,

ενώ τον κύριο τον βλέπω να φεύγει σφυρίζοντας το πρωί και να γυρίζει το απόγευμα και να παίρνει την εφημερίδα και να στρώνεται στον καναπέ,

ενώ η κυρία, τρέχει μέχρι το βράδυ…..

Αυτό, που μια γυναίκα τρέχει από το πρωί μέχρι το βράδυ, που καθαρίζει, πλένει, μαγειρεύει, σιδερώνει, φτιάχνει τον κήπο, τρέχει τα παιδιά πάνω

κάτω σε ιδιαίτερα και γυμναστικές, που τα διαβάζει και τόσα άλλα, το λένε «οικιακά» ή «κάθεται σπίτι, δεν δουλεύει»…..Περίεργες απόψεις έχουν

οι άνθρωποι! Να πουν για μένα ότι κάθομαι σπίτι και δεν δουλεύω, να το δεχτώ. Αλλά η κυρία Αλίκη; Αφού ώρες-ώρες, την λυπάμαι την καημένη.

Ξυπνάει πρώτη απ’ όλους και τους φτιάχνει πρωινό. Τους αποχαιρετά χαμογελαστή και μετά πίνει τον καφέ της. Είναι η μόνη ώρα που την βλέπω

να κάθεται. Μετά παίρνει ένα πράγμα που το λένε «ηλεκτρική σκούπα» και μου κόβει το αίμα με το θόρυβο που κάνει και αρχίζει να τριγυρίζει όλο

το σπίτι, να μαζεύει ρούχα, να βάζει πλυντήριο και γενικά να μην σταματάει. Κάποιες φορές, φεύγει και γυρίζει τόσο φορτωμένη, που λυπάμαι που

δεν έχω χέρια να την βοηθήσω! Μαγειρεύει κάθε μέρα, αλλά δεν ξέρω τι συμβαίνει και όλοι στραβομουτσουνιάζουν μόλις δουν το φαγητό, πριν καν

το δοκιμάσουν…. Ή η κυρία Αλίκη είναι κακή μαγείρισσα, ή όλοι αυτοί είναι κακομαθημένοι!  Πάντως το τρώνε……

Μετά το φαγητό, τα παιδιά πάνε για να διαβάσουν, αλλά εγώ βλέπω από το παράθυρο ότι παίζουν και την κοροϊδεύουν την μαμά τους που εκείνη την

ώρα πλένει τα πιάτα και μαζεύει την κουζίνα…. Πολύ θα ήθελα να μπορούσα να μιλάω την γλώσσα των ανθρώπων και να της τα μαρτυρήσω όλα, να

μάθουν τα παλιόπαιδα! Το απόγευμα, τους χάνω όλους πάντως και ησυχάζω κι εγώ λιγάκι, γιατί από το να γυρίζω γύρω-γύρω τα παράθυρα να βλέπω

τι γίνεται, πτώμα είμαι κι εγώ!  Η κυρία Αλίκη τρέχει με τα παιδιά, γιατί κάνουν ο μεγάλος καράτε και ο μικρός κολύμβηση. Ο κύριος ή είναι ξαπλω-

μένος στον καναπέ και βλέπει τηλεόραση ή διαβάζει εφημερίδα οπότε δεν έχει ενδιαφέρον να τον παρακολουθήσω! Κάποιες φορές πάντως, ντύνεται

και φεύγει και μετά αργεί και μετά γίνεται καυγάς και η κυρία Αλίκη δεν πρέπει να ξέρει καλό σημάδι, γιατί ούτε μια φορά δεν τον έχουν πετύχει αυτά

που πετάει! Όλα στους τοίχους καταλήγουν……

Το δικό μου μαρτύριο είναι πάντως το μπάνιο, γιατί επιμένουν να με μπανιάρουν τακτικά, αλλά κι εγώ μην νομίζετε ότι τους αφήνω ατιμώρητους!

Τινάζομαι και τους κάνω όλους μούσκεμα, αλλά στα παιδιά μάλλον αρέσει αυτό γιατί τσιρίζουν ενθουσιασμένα….

Τα Σαββατοκύριακα, είναι μάλλον μαρτύριο για την κυρία Αλίκη. Έρχονται στο σπίτι κάτι άνθρωποι που είναι οι γονείς του κυρίου Μάκη απ’ ότι άκου-

σα και τότε η κύρια στραβώνει το στόμα της και δεν το ισιώνει μέχρι να φύγουν.  Ούτε εγώ τους συμπαθώ και ειδικά την γυναίκα.

Κατ’ αρχήν με φοβάται και μ’ εκνευρίζουν αυτοί που φοβούνται τα σκυλιά και ειδικά ένα σκυλί σαν εμένα, που δεν γαβγίζω σχεδόν ποτέ και δεν πηδάω

πάνω στους ανθρώπους, γιατί ο εκπαιδευτής μου, μου έμαθε τρόπους! Αυτή πάντως, με κοιτάει πάντα τρομαγμένα και απαιτεί να με κρατούν δεμένο

μέχρι να φύγει! Τι ιδιοτροπία! Αφού είναι μέσα στο σπίτι, τι την νοιάζει τι κάνω εγώ απ’ έξω; Τι φταίω ο καημένος να με δένουν με το λουρί δίπλα στο

σπιτάκι μου; Πλήττω μέχρι θανάτου και γι αυτό γαβγίζω συνεχώς και τους σπάω τα νεύρα και πολύ το ευχαριστιέμαι!

Προχθές συνέβη κάτι, που πολύ με στεναχώρησε πάντως….. Ο κύριος βγήκε στον κήπο και μιλούσε στο κινητό του και μάλλον πρέπει να ήθελε να

κρυφτεί από την κυρία, γιατί δεν μπορεί να του άρεσε που είχε τρεις βαθμούς θερμοκρασία και τουρτούριζε! Δεν ξέρω με ποια μιλούσε, γιατί γυναί-

κα ήταν και την έλεγε «αγάπη μου» και «γλυκιά  μου» και «μωρό μου»…..Να! Τέτοιες ώρες χρειάζεται μια ξένη γλώσσα, η ανθρώπινη συγκεκριμένα,

αλλά κανείς δεν μου την έμαθε! Τι τον ήθελαν τον εκπαιδευτή; Αν μπορούσα να μιλήσω, όλα θα τα έλεγα στην κυρία και ίσως επιτέλους να τον πετύ-

χαινε τον κύριο με κάποιο τασάκι ή έστω βάζο! Και να σκεφτείτε, ότι μια μέρα, τον άκουσα να μαλώνει τα παιδιά του γιατί είχαν πει ένα αθώο ψέμα!

Εκείνος που κοροϊδεύει την γυναίκα του, καλό είναι;

Μπερδεμένη πάντως η ζωή των ανθρώπων και όσο ζεις μαζί τους τόσο μπερδεύεσαι, γι αυτό εκνευρίζομαι που με ζηλεύουν τ’ αδέλφια μου τ’ αδέσπο-

τα….. Δεν ξέρουν τι περνάω κάθε μέρα, αλλά και κάθε νύχτα, γιατί πρέπει, λέει, να είμαι φρουρός για το σπίτι για να μην μπει κανείς και τους κλέψει

ή τους κάνει κακό… Πόσο μεγαλύτερο κακό να κάνει ένας κλέφτης, από αυτό που κάνουν μόνοι τους ο ένας στον άλλον;

 Όταν τσακώνονται και νομίζουν ότι τα παιδιά κοιμούνται, υποψιάζονται ότι αυτά έχουν κολλήσει το αυτί τους στην πόρτα και όλα τα ακούν, αλλά

επειδή δεν τα καταλαβαίνουν μπερδεύονται και ανησυχούν;  

Όταν ο κύριος βγαίνει και γυρίζει πολύ αργά, υποψιάζεται ότι πίσω του η κυρία Αλίκη στεναχωριέται και πολλές φορές την έχω δει  να κλαίει;

Όταν η κυρία Αλίκη, έτρεχε για να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και παραμελούσε τον εαυτό της, δεν σκέφτηκε ότι κάποια στιγμή ο άντρας της θ’

ανακάλυπτε ότι υπάρχουν και άλλες γυναίκες, πιο όμορφες, πιο νέες και πιο πρόθυμες να τον κοιτάζουν στα μάτια, αντί να κάνουν το παρκέ και να

τσιρίζουν : « Μην πατάτε! Έχω κάνει παρκέ!» ;

Τελικά μεγάλος μπελάς οι άνθρωποι. Αν μάλιστα κρίνω από αυτούς που εγώ γνωρίζω, τότε δεν μπορώ να φανταστώ πως είναι γενικά ο κόσμος……

Οι άνθρωποι λέει, κάνουν και πολέμους, αλλά για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν κατάλαβα το γιατί….Κάπου άκουσα ότι οι πόλεμοι γίνονται για να

εξασφαλιστεί η ειρήνη……Άλλο κι αυτό πάλι! Πώς εξασφαλίζεις την ειρήνη, κάνοντας πόλεμο, αφού το ένα αποκλείει το άλλο!

Οι άνθρωποι, λέει, εκμεταλλεύονται άλλους ανθρώπους….. Περίεργα πράγματα! Καλά να εκμεταλλεύονται τα ζώα….Αυτό είναι κάτι συνηθισμένο και ε-

μείς ακόμα τα ζώα, το πήραμε απόφαση, αλλά όχι και μεταξύ τους!

Οι άνθρωποι, λέει, καταστρέφουν το περιβάλλον και τον πλανήτη….. Αυτό πια….Και πού θα ζουν αν τον καταστρέψουν; Είναι σαν να μου λένε, ότι εγώ,

μόνος μου, θα πιάσω με τα δόντια μου και θα καταστρέψω το σπιτάκι μου! Και μετά όταν βρέχει πού θα πάω να χωθώ; Πού θα μείνω;

Αυτό τώρα, το ότι εγώ σκέφτομαι, πρέπει να είναι που μένω με ανθρώπους, γιατί δεν φαντάζομαι τα άλλα σκυλιά που τρέχουν ελεύθερα στους δρό-

μους, να το ρίχνουν στην διανόηση! Όταν δεν έχεις να φας, πού θα βρεις τροφή σκέφτεσαι και όχι για πολέμους, εκμετάλλευση και τα υπόλοιπα!

Είναι φορές, που πολύ σοβαρά έχω σκεφτεί να πηδήσω την μάντρα και να σηκωθώ να φύγω! Να ζήσω ελεύθερος, χωρίς σπίτι, αλλά και χωρίς λουρί!

Το είπα σ’ ένα φίλο που περνάει από δω που και που, αλλά εκείνος μου είπε:

-      Μην το κάνεις! Κάθισε στις ανέσεις σου….. Είναι ζούγκλα εδώ έξω! Κάθε μέρα ξέρεις πόσοι  από μας χάνονται στην άσφαλτο;

Με προβλημάτισε….Θα έφευγα για μια καλύτερη ζωή όχι για τον χειρότερο θάνατο!

Βέβαια όχι ότι αυτό είναι δικό μας «προνόμιο»! Έχω ακούσει από τους ανθρώπους, ότι και αυτοί σκοτώνονται στην άσφαλτο κάθε Σαββατοκύριακο

και αργία, αλλά για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν το κατάλαβα! Άντε η δική μας ζωή, δεν έχει αξία….Περνάνε από πάνω μας και σημασία δεν δίνουν,

αλλά να μην υπολογίζουν ούτε τη δική τους; Παίρνουν ένα αυτοκίνητο, το πληρώνουν χρυσάφι, το προσέχουν σαν σπάνιο και πολύτιμο είδος, το

πλένουν, το γυαλίζουν και μετά το οδηγούν και σκοτώνονται…. Συνήθως από υπερβολική ταχύτητα…Έτσι το λένε αυτό που βάζουν το πόδι τους στο

γκάζι και δεν ξέρουν τι θα πει φρένο και επειδή ο μπροστινός τους δεν θέλει να τρέξει, τον προσπερνούν την ώρα που από απέναντι έρχεται νταλίκα

και πάει και το αυτοκίνητο, πάνε κι αυτοί!

Πάντως ότι και να είσαι, είτε ζώο είτε άνθρωπος, η ζωή έχει προβλήματα και απορίες που είναι σκέτοι γρίφοι!

Εκεί κατέληξα ως σκύλος, αλλά επειδή μένω καιρό με ανθρώπους, έμαθα να λέω ότι κι αυτοί….

« Δεν μπορεί!......Θα στρώσει!»

Monday, March 16, 2009 7:57:47 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [6]  | 
Wednesday, February 11, 2009
Blog ιστορίες
Wednesday, February 11, 2009 12:08:15 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [11]  | 
Tuesday, November 25, 2008
Ημέρα κατά της κακοποίησης της γυναίκας
Tuesday, November 25, 2008 12:08:28 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [4]  | 
Sunday, October 05, 2008
Blog ιστορίες
Sunday, October 05, 2008 8:46:03 AM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [10]  | 
Monday, September 22, 2008
Μια νοικοκυρά εξομολογείται
Monday, September 22, 2008 2:19:17 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [17]  | 
Tuesday, May 06, 2008

Η καλή μου η Θάλεια μου θύμισε οτι είχα καιρό να κάνω ανάρτηση μιας blog ιστορίας! Και νάτη!

 

ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΣ...... 

 

Σηκώθηκε με προσοχή από το κρεβάτι για να μην ξυπνήσει την γυναίκα του, που κοιμόταν δίπλα  και βγήκε από το δωμάτιο. Το

ρολόι έδειχνε τρεις τα ξημερώματα  αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί. Το να στριφογυρίζει άυπνος για να καταφέρει τελικά

να εκνευριστεί, δεν είχε νόημα.

Άναψε το φως της κουζίνας, του φάνηκε πολύ σκληρό και κατέφυγε στις μικρότερες λάμπες του απορροφητήρα.

Πού να είχε άραγε η Χαρά τα ποτά; Ένα ουίσκι, ίσως τον βοηθούσε να κοιμηθεί τελικά…. Σίγουρα θα ήταν στο σαλόνι και βαριόταν

να ψάχνει….άλλωστε μπορεί και να την ξυπνούσε και δεν ήθελε. Προτίμησε το κρασί που βρήκε στο ψυγείο και έβαλε ένα ποτήρι.

Τι είχε πάθει απόψε, στα καλά καθούμενα και «χτυπούσε» γερμανικό νούμερο, όπως τότε στο στρατό;….Αλήθεια….μια αιωνιότητα

του φαινόταν ότι είχε περάσει από τότε…..Δεν είχε άδικο…..την άλλη βδομάδα θα έκλεινε τα πενήντα τέσσερα χρόνια του. Μπορεί

να μην ήταν αιωνιότητα, αλλά από τότε που υπηρετούσε την θητεία του είχαν περάσει τρεις δεκαετίες και κάτι….

Πολλά….πάρα πολλά τα χρόνια….και τα αισθανόταν όλα στην πλάτη του να τον βαραίνουν…….Πότε ήταν που σαν νέος ξεκινούσε να

κατακτήσει το σύμπαν, γεμάτος όνειρα και σχέδια;

Ήταν τότε…. Τότε που σε μια οικογενειακή γιορτή, γνώρισε την Χαρά και την ερωτεύτηκε, κι ας ήταν μόνο είκοσι χρονών εκείνος

και κείνη δέκα οκτώ και ας έφευγε τον άλλο μήνα για να υπηρετήσει την θητεία του…. Αυτόν τον μήνα, δεν υπήρξε μέρα που να μην

βρεθεί μπροστά της, που να μην της μιλήσει, μέχρι να της κλέψει το πρώτο φιλί και την υπόσχεση ότι θα τον περίμενε να γυρίσει

από το στρατό….

Η Χαρά τήρησε την υπόσχεσή της…..Κάθε βδομάδα, έφτανε στο στρατόπεδο ένας κρεμ φάκελος και ήταν για εκείνον. Ο φάκελος

ήταν βαρύς, γεμάτος από τα συναισθήματα και τις σκέψεις της, που άφηνε να φανούν μέσα από τις πυκνογραμμένες σελίδες που

γέμιζαν εκείνο τον φάκελο που τον περίμενε σαν  διψασμένος. Έγραφε ωραία γράμματα η Χαρά. Γεμάτα ποίηση , ρομαντισμό αλλά

και χιούμορ…. Βάλσαμο ήταν…..Την φωτογραφία της, την κρατούσε πάντα πάνω του, δίπλα στην καρδιά του που φούσκωνε από λαχτά-

ρα για το κορίτσι με τα μελιά μάτια που αγαπούσε. Τις νύχτες, όπως κι απόψε, δεν τον έπιανε ύπνος και το μυαλό του ταξίδευε στην

αγαπημένη του και έκανε όνειρα για το μέλλον τους….

Κι απόψε γιατί δεν κοιμόταν; Το κορίτσι με τα μελιά μάτια, κοιμόταν στο κρεβάτι του απόψε και κάθε βράδυ εδώ και τρεις δεκαετίες…..

Τα όνειρα για το μέλλον, είχαν γίνει στην αρχή πραγματικότητα και τώρα ήταν πια μέρος του παρελθόντος του….Τι άλλο ήθελε;

Όλα είχαν πάει όπως τα ήθελε τότε….Αρραβωνιάστηκε την Χαρά αμέσως μόλις απολύθηκε και την παντρεύτηκε αμέσως μόλις έκλει-

σε τα είκοσι τρία του χρόνια….Μικροί και οι δυο, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την σκληρή πραγματικότητα ενός γάμου και αμέτρητων

ευθυνών…..Η Χαρά έμεινε σχεδόν αμέσως έγκυος και έγιναν γονείς εκείνος στα είκοσι τέσσερα και κείνη στα είκοσι δύο, για να το

 επαναλάβουν δύο χρόνια μετά….. Είχαν δύο κόρες σήμερα ….. Την Μάγδα και την Σοφία……

Καμάρωνε πολύ γι αυτές…..Παντρεμένες και οι δύο, η μία με γιατρό και η άλλη με δικηγόρο από τους πιο γνωστούς, ζούσαν ζωή

χαρισάμενη, με τρία παιδιά η μεγάλη και δύο η μικρή…..

Τελικά είχε σταθεί πολύ ανόητος στη ζωή του…. Κι αν όχι ανόητος, σίγουρα αφηρημένος…..Πώς είναι δυνατόν να δεχτείς ότι έχεις

 ζήσει μια αφηρημάδα που κράτησε τριάντα χρόνια; Κι όμως….Διαφορετικά πως έγινε και δεν κατάλαβε πώς πέρασαν τα χρόνια;

Την μέρα  που η Χαρά του ανακοίνωσε ότι η Μάγδα είχε γίνει πλέον γυναίκα και είχε φτιάξει και γλυκό για τον ερχομό του πρώτου

της κύκλου, του ήρθε το ταβάνι στο κεφάλι κομμάτι-κομμάτι….Του φαινόταν αδιανόητο η κόρη του που την φανταζόταν ακόμα μωρό

να….Έπειτα στο σχοινί της μπουγάδας έβλεπε και νέα εσώρουχα που ήξερε ότι δεν ανήκαν στην γυναίκα του κι ας ήταν γυναικεία…..

Στην Σοφία, είχε πλέον κάπως συνηθίσει, ήταν πιο ήρεμος γιατί ήταν προετοιμασμένος από την μεγάλη…..

Η μικρή όμως του είχε κάνει την ζημιά τελικά…..Μια Κυριακή μεσημέρι  τους ανακοίνωσε, ότι αγαπούσε κάποιον που τον έλεγαν

Μάρκο, ήταν δικηγόρος και ήθελε να την παντρευτεί…..Έξαλλος είχε γίνει….Θηρίο!

Ήθελε να καταγγείλει αυτόν τον κύριο για παιδεραστία και ίσως και να το έκανε, αν δεν του θύμιζε η γυναίκα του ότι η … «μικρή»

είχε κλείσει τα είκοσι ένα και θα ήταν μάλλον γελοίο κάτι τέτοιο……

Η Μάγδα, αρραβωνιάστηκε έξι μήνες μετά, αλλά είχε πάρει πια την κρυάδα…..Τα παλιοκόριτσα……Άδειασε το σπίτι ξαφνικά…..

Πώς μπόρεσαν να του το κάνουν αυτό; Γιατί τόση βιασύνη;

Θαύμασε την γυναίκα του για άλλη μια φορά…..Η Χαρά δεν έχασε τον χρόνο της με μελαγχολίες και γκρίνιες….παλικάρι και πάλι….

Τον έβαλε και πούλησαν το σπίτι, αγόρασαν ένα άλλο λίγο πιο μικρό και πιο εξοχικό, μοίρασε δίκαια τον χρόνο της στις κόρες της,

στον άντρα της, στο σπίτι της και στις φίλες της  και δεν φαινόταν να έχει κανένα πρόβλημα…..

Πρόβλημα παρουσιάστηκε ξανά, όταν τα κορίτσια άρχισαν να κάνουν παιδιά…..Είχε γίνει παππούς! Δεν το χωρούσε το μυαλό του!....

Δεν το σήκωνε ο εγωισμός του!Πώς είναι δυνατόν να γίνεις παππούς, όταν δεν είσαι καν πενήντα χρονών; Εκείνος ήξερε ότι οι

παππούδες, είχαν άσπρα μαλλιά, κοιλίτσα, φορούσαν γυαλιά και πήγαιναν τα εγγόνια τους βόλτα…..

Τίποτα κοινό δεν είχε με όλα αυτά….Δεν είχε άσπρα μαλλιά….εντάξει είχαν γκριζάρει τα δικά του, είχαν αραιώσει και λίγο, αλλά σίγου-

ρα δεν είχε κοιλίτσα! Όσο για τα γυαλιά….εντάξει, κι αυτό θα το παραδεχόταν, τα είχε πάντα επάνω του, αλλά τα χρειαζόταν μόνο

όταν διάβαζε!

Αισθάνθηκε εγκλωβισμένος σε μια πραγματικότητα που ήταν σε πλήρη αντίθεση με όσα ο ίδιος ήθελε να πιστεύει!

Η συμπεριφορά της Χαράς του έδωσε στα νεύρα….Αναίσθητη! Μέσα στην τρελή χαρά, ταχτάριζε τα εγγόνια τους και τους τραγουδού-

σε σαχλοτράγουδα, όπως έκανε  με τα παιδιά της κάποτε και δεν ήθελε να ενοχληθεί από το γεγονός, ότι αυτά τα μωρά, έμοιαζαν

δικά της! Θα μπορούσε να είναι η μητέρα τους και σίγουρα όχι η γιαγιά τους, γιατί έπρεπε να το παραδεχτεί….Η Χαρά δεν είχε αλλά-

ξει  πολύ από τότε που την είχε γνωρίσει κι ας πέρασε κι αυτή τα πενήντα….. Λεπτή, πάντα όμορφη, πάντα κοκέτα…..

Εκείνος έπεσε σε μελαγχολία πάντως…..Ξαφνικά του φάνηκε γέρος και επαναστατούσε γιατί δεν αισθανόταν έτσι….. εκείνος είχε κέ-

φι για ζωή, ήθελε να τρέξει πάλι στην αμμουδιά κρατώντας από το χέρι την γυναίκα του και να φιλιούνται το ηλιοβασίλεμα…..

Τελικά ήταν ανόητος….Πίνοντας την τελευταία γουλιά από το κρασί του, συνειδητοποίησε, ότι αυτά ακριβώς έκαναν με την Χαρά ……Πάλι αφηρημένος ήταν;

Έβαλε κι άλλο κρασί και κοίταξε το χρυσαφένιο ποτό…..Αυτή η παμπόνηρη σύντροφός του,  σίγουρα είχε καταλάβει τι περνούσε……τώρα καταλάβαινε γιατί ξαφνικά άρχισαν να πηγαίνουν πιο τακτικά ταξίδια και εκδρομές! Τώρα καταλάβαινε γιατί ξαφνικά τα ρούχα

του ανανεώθηκαν από την Χαρά και έγιναν πιο άνετα, πιο μοντέρνα, πιο….νεανικά! Ίσως αυτός ήταν ο λόγος, που όταν ανακοίνωσε

ότι θα κάνει εμφύτευση μαλλιών, η Χαρά τον είχε επαινέσει και γεμάτη κατανόηση είχε σταθεί δίπλα του…..Όταν γράφτηκε στο

γυμναστήριο και άρχισε να παθαίνει εμμονή με το σώμα του, η Χαρά πάλι με χιούμορ και γλύκα τον αντιμετώπισε και τον ενθάρρυνε

να συνεχίσει…..

Μια αστραπή έλαμψε στο μυαλό του….Αν η Χαρά είχε μαντικές ικανότητες, αν τον ήξερε τόσο καλά, τότε σίγουρα θα είχε καταλάβει

και τα….σαλιαρίσματα με την νέα υπάλληλο του μαγαζιού, εκείνη την ζουμερή ξανθιά στο τμήμα πωλήσεων……

Στήριξε το κεφάλι στα χέρια του….αυτό θα ήταν τρομερό! Δεν είχε κάνει τίποτα με την ξανθιά…..Μια φορά μόνο την πήγε στα

μπουζούκια και δικαιολογήθηκε στην γυναίκα του, ότι θα έβγαινε μ’ ένα φίλο από το στρατό….Καλά πέρασαν, αλλά τον έφαγαν οι

τύψεις μετά…..Δεν την άγγιξε την μικρή….ήταν μόλις είκοσι οκτώ χρονών…..Θα μπορούσε να είναι η κόρη του….

Του άρεσε όμως το συναίσθημα ότι ακόμα μπορούσε να συγκινήσει μια νέα γυναίκα. Του άρεσε που η νεαρή χόρεψε για εκείνον πάνω

στο τραπέζι, που του αφιέρωνε τραγούδια, που του πετούσε λουλούδια και που έγερνε πάνω του δήθεν ζαλισμένη……

Φυσικά και το μετάνιωσε….. Διακριτικά η ξανθιά μετατέθηκε…..Μπορεί να αισθάνθηκε μια παροδική ανάγκη να επιβεβαιώσει την γοη-

τεία του, αλλά είχε αρκετό μυαλό ακόμα στο κεφάλι του για να καταλάβει, ότι δεν ήταν δίκαιος….

Αν η Χαρά ένοιωθε την ίδια ανάγκη για επιβεβαίωση, τι θα γινόταν;….Όχι, ούτε να το σκεφτεί δεν άντεχε…..Έπειτα….την  αγαπούσε…..

Πιο πολύ ίσως από τότε που την γνώρισε….Καλή η ξανθιά, εκείνο το βράδυ ένιωσε πάλι είκοσι χρονών, αλλά αφηρημένος ή όχι

καταλάβαινε ότι δεν ήταν τόσο….Ήταν πενήντα και κάτι, είχε ίσως την καλύτερη οικογένεια που θα μπορούσε να ζητήσει άνθρωπος

και την πιο όμορφη, την πιο έξυπνη, την πιο δυναμική σύντροφο που μπορούσε να ονειρευτεί ένας άντρας…..

Παλικάρι η Χαρά….Όσες φορές και αν το έλεγε, πάλι λίγες ήταν….

Δεν θα ξεχνούσε ποτέ και δεν έπρεπε άλλωστε να το ξεχάσει, αν δεν ήταν αχάριστος, ότι τότε που ξεκινούσαν, τότε που τα λεφτά ποτέ δεν έφταναν, ήταν εκείνη που τον βοήθησε. Κανείς δεν ήξερε, ούτε καν εκείνος, ότι η Χαρά κρυφά, έχοντας επιστρατεύσει τις

γνώσεις της στην ραπτική, έραβε την γειτονιά και έβαζε τα χρήματα στην άκρη….

Όταν κάποια μέρα τον απέλυσαν, αισθάνθηκε το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια του και ο πανικός τον κύκλωσε. Δύο παιδιά

και μια γυναίκα, ήταν στην αποκλειστική του ευθύνη….Πριν προλάβει ν’ αρρωστήσει από την στεναχώρια του, ο φύλακας άγγελός του

πούλησε ένα οικοπεδάκι και μαζί του έδωσε και τις οικονομίες της για ν’ ανοίξει ένα μαγαζί με ηλεκτρολογικό υλικό.

Δούλεψε σαν σκυλί μαζί του, νύχτα μέρα και  στάθηκαν γρήγορα γερά στα πόδια τους και τώρα είχαν ολόκληρο τετράγωνο δικό τους

και τρία υποκαταστήματα σε όλα την Ελλάδα…..

Τελικά ήταν ανόητος, ηλίθιος και …..εγωιστής! Απασχολημένος με τις ανασφάλειές του, με την δική του κρίση, δεν αναρωτήθηκε ποτέ,

πώς αισθανόταν εκείνη…Ήξερε πως είχε αρχίσει η κλιμακτήριος και δεν την ρώτησε ποτέ τι ένιωθε, αν υπέφερε, αν φοβόταν ότι

γερνούσε…..Δεν μεγάλωνε μόνο εκείνος….Ίσως και η Χαρά να αισθανόταν ότι έχανε το τρένο της ζωής, ότι σ’ ένα δρόμο με αυτοκίνη-

τα, την ξεπερνούσαν άλλα, πιο δυνατά, πιο καινούρια….

Ντράπηκε…..ως όφειλε….Δεν είχε τίποτα να της προσάψει και όμως δεν της είχε φερθεί εντάξει…..Ακόμα και το ότι σκέφτηκε να την

απατήσει, κι ας μην το είχε κάνει τελικά, ήταν έγκλημα…..Σαν κι αυτούς που διαγράφουν μια ζωή και παίρνουν αγκαλιά την πρώτη

Ουκρανή και φεύγουν, αφήνοντας πίσω τους την σύντροφο της ζωής τους, αυτήν που πέρασε όλα τα δύσκολα και ζουν τα εύκολα

με κάποια που μπορεί και αδιαφορεί για την παρακμή τους με το αζημίωτο……

Το φως της κουζίνας, σκόρπισε κάθε σκέψη…..Στην πόρτα στεκόταν η Χαρά και τον κοιτούσε με κατανόηση.

-      Δεν κοιμάσαι; βρήκε μόνο να την ρωτήσει.

-      Όχι…..Από την ώρα που σηκώθηκες δεν κοιμάμαι, αλλά και….γενικότερα! Τι κάνεις παρέα μ’ ένα μπουκάλι στις τέσσερις

     τα χαράματα;

-      Δεν είχα ύπνο…..

-      Και γιατί δεν μου μίλησες, να πιούμε μαζί;

Δεν ήξερε τι να της απαντήσει και κείνη τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα του. Ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.

-      Δεν έχει νόημα καλέ μου….του είπε και κείνος τραβήχτηκε και την κοίταξε.

-      Ποιο πράγμα δεν έχει νόημα;

-      Όλη αυτή η αναδρομή που έκανες απόψε…..

-      Και συ πού ξέρεις….σταμάτησε απότομα την κουβέντα του.

Τι κουταμάρες ρωτούσε τώρα; Αν κάποιος ήξερε ότι σκεφτόταν και ότι αισθανόταν, ήταν η Χαρά….Η Χαρά του….

-      Γιατί ποτέ δεν μου μίλησες για να με συνεφέρεις; την ρώτησε.

Η Χαρά χαμογέλασε. Του έπιασε με τα δυο χέρια το πρόσωπο και τον φίλησε τρυφερά. Τον κοίταξε στα μάτια και μια παιχνιδιάρα

λάμψη, σιγόκαιγε στα βάθη τους.

-      Γιατί πολυαγαπημένε μου, κουτέ μου άντρα, ότι κι αν έκανες, ήξερα πως μ’ αγαπάς, αλλά ήσουν απλά λίγο φοβισμένος με

    τα χρόνια που περνούσαν και δεν καταλάβαινες ότι αυτά ακριβώς ήταν η….προίκα μας! Και μ’ αυτή την προίκα, μπορούμε

    να διεκδικήσουμε τα υπόλοιπα χρόνια που είναι και τα καλύτερα, γιατί τώρα είμαστε έμπειροι, πιο δυνατοί και κυρίως πιο….

    σοφοί!

-      Ναι αλλά εσύ; θέλω να πω….εσύ πώς μπορούσες να κάνεις ότι δεν βλέπεις τις ανοησίες μου;

-      Εγώ γλυκέ μου, ήξερα πάντα να κάνω υπομονή και να λέω…..

« Δεν μπορεί…..Θα στρώσει….!»

 

 

 

 

 

 

Tuesday, May 06, 2008 8:28:37 AM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [19]  | 
Monday, March 24, 2008
Blog ιστορίες
Monday, March 24, 2008 2:09:05 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [23]  | 
Tuesday, March 11, 2008
Blog ιστορίες
Tuesday, March 11, 2008 9:15:37 AM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [27]  | 
Friday, February 22, 2008
Blog ιστορίες
Friday, February 22, 2008 11:38:42 AM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [6]  | 
Friday, December 21, 2007
Blog ιστορίες
Friday, December 21, 2007 11:47:20 AM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [7]  | 
Saturday, November 24, 2007
Δεν μπορεί.Θα στρώσει.
Saturday, November 24, 2007 8:27:11 AM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [7]  | 
Monday, November 19, 2007
Δεν μπορεί. Θα στρώσει.
Monday, November 19, 2007 5:00:13 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [18]  | 
Tuesday, September 25, 2007
Για μια φιλία
Tuesday, September 25, 2007 4:25:10 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [17]  | 
Monday, July 16, 2007
Δεν μπορεί,θα στρώσει.
Monday, July 16, 2007 4:26:37 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [14]  | 
Friday, June 29, 2007
Δεν μπορεί,θα στρώσει.
Friday, June 29, 2007 4:37:07 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [9]  | 
Friday, June 15, 2007
Δεν μπορεί, θα στρώσει.
Friday, June 15, 2007 7:55:25 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [4]  | 
Wednesday, May 02, 2007

ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΗ…….(1ΟΝ)                                    

                                                        

  Κοίταξε τις πεταλούδες που τόση ώρα ζωγράφιζε….Δεν ήταν και άσχημες….Μήπως να πήγαινε σε καμιά σχολή καλών τεχνών;….Μπα….

Μπορούσε από τώρα ν’ ακούσει τις φωνές του πατέρα της γιατί είχε διαλέξει ένα επάγγελμα που δεν είχε μέλλον, δεν είχε λεφτά, δεν ήταν αξιοσέβαστο

και μετά θ’ άρχιζε και η μαμά τις γνωστές υστερίες ότι δεν τους λυπάται, που ξοδεύουν τόσα λεφτά για χάρη της, που έχουν πουληθεί για να πληρώνουν

το φροντιστήριο, που δεν περισσεύουν να ζήσουν κι εκείνοι σαν άνθρωποι, που πότε ήταν η τελευταία φορά που πήγε ένα θέατρο……

Λες κι αν περάσει στο Πανεπιστήμιο, στην Κρήτη ας πούμε, θα πληρώνουν λιγότερα για να την συντηρούν! Αλλά ελπίζουν ότι θα μπει στην Αθήνα…..

Μπαίνει στον πειρασμό να τους βγάλει από την πλάνη τους, να τους πει ότι μόνο επαρχία θα δηλώσει, γιατί είναι η μόνη της ευκαιρία να φύγει, να βρει

την ησυχία της, να ζήσει όπως εκείνη θέλει, χωρίς να υπάρχει κάποιος να της λέει συνέχεια πώς να ζει, τι να τρώει, ποιον να βλέπει, τι ώρα

να κοιμάται…..Μπα….Δεν συμφέρει να το μάθουν…..Είναι ικανοί να συμπληρώσουν οι ίδιοι το μηχανογραφικό…..

Ο καθηγητής από την έδρα του μιλούσε για την βιομηχανική επανάσταση και δεν ήθελε να ξέρει πόσο λίγο ενδιέφερε αυτή η ιστορική στιγμή τους είκοσι

δύο μαθητές του, αλλά τι να κάνει κι αυτός; Ποιος ξέρει τι ήθελε να γίνει στη ζωή του και ο πατέρας του τον ανάγκασε να γίνει φιλόλογος και να μπει

στο δημόσιο να έχει ήσυχο το κεφάλι του, αλλά δεν του είπε γιατί και κείνος δεν ήξερε, πόσο ανιαρό θα ήταν τελικά να διδάσκεις έφηβους που δεκάρα

δεν έδιναν για όσα ήθελε να τους διδάξει……

Ίσως ο φιλόλογος που τους δίδασκε, όταν ήταν και κείνος έφηβος, να ονειρευόταν να γίνει ποιητής…..ή ζωγράφος…..ίσως σκηνοθέτης…..

αλλά έγινε καθηγητής….ο καημένος!

Ο πατέρας της στην αρχή, όταν μπήκε στο Λύκειο, ήθελε να την κάνει δικηγόρο και ποτέ του δεν κάθισε ν’ ακούσει ότι η ίδια σιχαινόταν αυτό το

επάγγελμα και ότι κανένα δίκαιο δεν την ενδιέφερε, ούτε το αστικό, ούτε το ποινικό, ούτε κανένα άλλο….Επίσης, δεν είχε πληροφορηθεί, ότι ήταν

ένα κορεσμένο επάγγελμα. Εκείνος την ονειρευόταν μεγαλοδικηγόρο να βγαίνει στα παράθυρα των ειδήσεων λες και δεν ήταν αρκετοί αυτοί που

ήδη έβγαιναν και που η ίδια δεν μπορούσε ούτε να τους δει, ούτε να τους ακούσει….

Ευτυχώς για άγνωστους σε κείνη λόγους, άλλαξε ιδέα…. Την ήθελε πολιτικό μηχανικό, αλλά οι επιδόσεις της στα μαθηματικά, τον έπεισαν ότι θα έμενε με

το όνειρο….Τελικά είχε μόνος του αποφασίσει ότι το επάγγελμα που της ταίριαζε, αυτό και κανένα άλλο, ήταν νηπιαγωγός…..Το ότι ή ίδια έβλεπε παιδάκι

σε ακτίνα δύο χιλιομέτρων και ήθελε χωρίς λόγο να το πλακώσει στο ξύλο, τον άφηνε παγερά αδιάφορο….

Η μητέρα της, από παιδί, την ονειρευόταν γιατρό, αλλά μεγαλώνοντας η κόρη της, διαπίστωσε ότι στη θέα του αίματος λιποθυμούσε και πολύ

στεναχωρήθηκε, γιατί πού ακούστηκε γιατρός να μην αντέχει το αίμα;

Τσακώθηκε άπειρες φορές με τον άντρα της για το επάγγελμα που έπρεπε ν’ ακολουθήσει το παιδί τους και πολύ θα ήθελε να τους πει το σοφό ρητό :

« Δύο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα», αλλά  σκέφτηκε την σφαλιάρα που θα της έριχνε ο πατέρας της και το βούλωσε, για το καλό της……

Δεν μπόρεσε όμως να μην αναρωτηθεί, γιατί οι γονείς  τα δικά τους απωθημένα, τις δικές τους απραγματοποίητες επιθυμίες τις κάνουν «πρέπει» για

τα παιδιά τους. Ίσως για να διαιωνίσουν μια κατάσταση….Διότι και κείνη , αν έκανε αυτό που ήθελαν οι γονείς της, θα έμενε με το απωθημένο και θα

το περνούσε στα παιδιά της……

Κοίταξε το ρολόι της και απελπίστηκε όταν είδε ότι για να χτυπήσει το σωτήριο κουδούνι, έπρεπε να περιμένει άλλα είκοσι λεπτά….Ατελείωτη αυτή η ώρα….

Ποια ώρα όμως δεν ήταν ατελείωτη; Όλο το σχολείο έμοιαζε ατελείωτο και κείνη εκεί! Εγκλωβισμένη! Να θέλει να κάνει τόσα ενδιαφέροντα πράγματα,

να θέλει να ζήσει και να είναι υποχρεωμένη να βάζει τη ζωή στην αναμονή εξαιτίας του σχολείου…..

 Οι συμμαθητές της και οι συμμαθήτριές της, πρέπει να ήταν στην ίδια περίπου κατάσταση……

Να, ο Νίκος έπαιζε τελίτσες με τον Κώστα, ο Απόστολος έπαιζε με το κινητό του και η Νίκη έβγαζε τα φρύδια της πίσω από τον Αλέκο που ήταν

ντουλάπα τετράφυλλη και κρυβόταν μια χαρά από πίσω του….

 Πολύ θα ήθελε να μάθει τι είχε γίνει ανάμεσα στην Νίκη και στον Αντρέα, στο πάρτι της Κικής, αν και οι φήμες έλεγαν ότι  ο Αντρέας της την είχε ρίξει

την χυλόπιτα  και η Νίκη που νόμιζε τον εαυτό της θεά, το φυσούσε και δεν κρύωνε….

Καλά να πάθει!  Ποτέ δεν θα ξεχνούσε ότι στο Γυμνάσιο της είχε φάει τον Νικήτα, ενώ ήξερε ότι την ενδιέφερε πολύ….του ρίχτηκε και τα έφτιαξε μαζί

του και μετά όποτε την συναντούσε, η Νίκη χαμογελούσε ειρωνικά……

Τι μέρα ήταν;…..Πέμπτη….Ευτυχώς! Μια μέρα ακόμα και μετά Σαββατοκύριακο…..Τουλάχιστον δεν θα είχε σχολείο…..αλλά τι να το κάνεις;

Θα της κατέστρεφαν το νευρικό σύστημα στο σπίτι…..Το Σάββατο το πρωί, που δεν είχε μάθημα, θα την ξυπνούσε η μάνα της με την ηλεκτρική…

Τι μανία κι αυτή να βάζεις το αδηφάγο θηρίο στην πρίζα από  τις οκτώ τα χαράματα και να μην αφήνεις σκόνη να δει Θεού πρόσωπο;

Θέλει λέει να τελειώνει…..τι να τελειώνει; Αφού τον ατελείωτο έχουν οι δουλειές και μόνη της το λέει: « Αυτές οι δουλειές, ποτέ δεν τελειώνουν!»

Ε, αφού δεν τελειώνουν, άσε με και μένα να κοιμηθώ λίγο ρε μάνα, που κάθε μέρα είμαι από τις επτά στο πόδι!Πού να τολμήσει να της πει τέτοια

κουβέντα της μάνας της; Ποιος την άκουγε μετά;

Πρώτα θ’ άρχιζε να φωνάζει για την «γαϊδουριά» της και μετά θ’ άρχιζε το παράπονο για την δική της ζωή, που έχει γίνει μαρτύριο, που και κείνη όλη

την εβδομάδα τρέχει και πότε να προλάβει να τα κάνει, που κανείς δεν την καταλαβαίνει, που νέα είναι ακόμα και όμως αισθάνεται γριά, που μια κόρη

έκανε και δεν έχει ούτε ένα χέρι βοηθείας, λες και την κόρη την έκανε για να έχει πρόχειρη την Φιλιππινέζα στο σπίτι της!

Μετά για να την τιμωρήσει, θα την έβαζε να καθαρίσει το πάνω ντουλάπι της κουζίνας με όλα τα περιττά, που δεν καταλάβαινε γιατί τα φύλαγε, αφού

ποτέ δεν τα χρησιμοποιούσαν… Μέχρι μια κατσαρόλα τρύπια είχε φυλαγμένη η μάνα της, γιατί την είχε από την γιαγιά της….

Πώς να τα βγάλεις πέρα με τέτοια λογική του παράλογου; Πάντως από την έλλειψη φαντασίας στις τιμωρίες, το συγκεκριμένο ντουλάπι, άστραφτε….

Το χειρότερο όμως δεν ήταν αυτό….το χειρότερο ήταν που έπρεπε να πάει μαζί της στην λαϊκή για να την βοηθήσει να κουβαλήσουν

τα κουνουπιδολαχανοκάροτα…..Την αηδίαζαν και στην πρωτογενή τους μορφή και πολύ περισσότερο μαγειρεμένα, αλλά προτιμούσε να την

ακολουθήσει, παρά τον εξάψαλμο μετά….Ήταν το μεγάλο της μυστικό…..Αν ποτέ μάθαινε η παρέα της ότι συνόδευε την μαμά της στην λαϊκή,

θα πέθαινε από ντροπή, την ίδια στιγμή…..Τουλάχιστον θα έβγαινε το βράδυ….

Αυτό ήταν συμφωνία κυρίων….. Κάθε Σάββατο βράδυ, είχε το ελεύθερο να βγαίνει με τα παιδιά…. Βέβαια της άλλαζαν την πίστη στις διαπραγματεύσεις

για την ώρα επιστροφής, γιατί δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι αν πας σε μπαράκι, δεν φεύγεις στην μία που αρχίζει το πρόγραμμα!

Κάθε Σάββατο, άκουγε τα ίδια…. « Εμείς στην εποχή μας….»

Το είχε μάθει το βαλσάκι και δεν έμπαινε στον κόπο να τους θυμίσει όσα είχε κρυφακούσει για την περιβόητη εποχή τους και για τα δικά τους καμώματα!

Λες και τότε εκτός από κατηχητικό, δεν πήγαιναν πουθενά αλλού και στο τσακίρ κέφι, έριχναν καμιά μπουάτ!

Τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια, κλείνουν τα καλύτερα τα σπίτια, αλλά μόνο στην  εποχή του παιδιού τους! Όσο για τα ναρκωτικά,

ανακαλύφθηκαν αποκλειστικά και μόνο μετά το 2000 και ούτε που τα γνώριζαν οι δικοί της στην…..εποχή τους!

Και σαν να μιλούν για το 1821, τ’ αγόρια και τα κορίτσια, τότε, ποτέ δεν ερωτεύονταν, ποτέ δεν έκαναν σχέση πριν από το γάμο!

Να τους πει λοιπόν ότι ήταν ….αρχαίοι; Θα έφταιγε να ξεστομίσει τόσο βαριά κουβέντα; Και μετά ποιος θα την πλήρωνε; Η ίδια φυσικά γι αυτό και

το βούλωνε, εγκλωβισμένη στα αιώνια κλισέ των γονιών προς τα παιδιά τους…..

 Αλήθεια που είχαν πει ότι θα πήγαιναν αυτό το Σάββατο; Μάλλον στο μπαράκι….Και τι θα φορούσε; Το είχε πλύνει άραγε το παντελόνι της η μαμά;

Πάλι καυγά θα είχαν, σίγουρα….Γιατί δεν εννοεί η μάνα της ότι έτσι ντύνονται πια όλοι; Γιατί δεν λέει να καταλάβει ότι κανένα κορίτσι δεν βάζει

στενή φούστα, γόβες και πουκάμισο με δαντελίτσες, όταν πάει σ’ ένα μπαράκι, ακριβώς γιατί πάει στο μπαράκι και όχι στο κατηχητικό;

Ποιο ήταν το έγκλημά της; Ότι της άρεσαν τα παντελόνια!

Φαντάσου και να έβλεπαν την Τασία! Θα την κλείδωναν στο πατάρι, παρά να την αφήσουν να κυκλοφορήσει με μια κοπέλα που φοράει φούστα σε

μέγεθος ζώνης, δικτυωτό καλσόν και ένα μαντηλάκι για μπλούζα!Αλλά τέτοια ήταν η Τασία και την ίδια δεν την αφορούσε καθόλου….Όπως βολεύεται

 ο καθένας….Χαλαρά…..

Ξανακοίταξε το ρολόι της….Μα τι στο διάολο; Υπήρχε κανείς τρελός επιστήμονας που σταματούσε τον χρόνο; Άλλα δέκα λεπτά για το ρημάδι το

κουδούνι και ο καθηγητής ακόμα να λέει…..

Αμάν! Αυτή την Κυριακή είχαν τραπέζι στις γιαγιάδες και στους παππούδες! Άλλο μαρτύριο!  Θ’ άρχιζε πάλι η μαμά του μπαμπά τις μπηχτές….

-         Μμμμ….καλό το φαγητό σου νύφη μου…..Μήπως όμως είναι λίγο βαρύ; Σου ξέφυγε στο βούτυρο;….Και τα καλύμματα; Τώρα τα πήρατε;

      Ακριβά δείχνουν….. Αυτά τα παπούτσια που φοράς είναι άνετα;  Στην ηλικία σου πρέπει να προσέχεις για κιρσούς! Και το παιδί σαν χλωμό

      μου φαίνεται….Μήπως δεν το ταΐζεις όπως πρέπει; Γάλα του δίνεις;

Και από την άλλη η μαμά της μαμάς….

-         Γαμπρέ μου που θα την πας την κόρη μου, το καλοκαίρι; Της φίλης μου ο γαμπρός, της Νίτσας ντε, έκλεισε για Κυανή Ακτή! Και πέρσι την είχε

      πάει στην Ιταλία….Εσείς; πάλι στην Πελοπόννησο θα πάτε; Με το αυτοκίνητο που έχετε πάντως, να προσέχετε….Της Νίτσας ο γαμπρός τζιπ

      πήρε 4Χ4 και τα Σαββατοκύριακα πάνε στην Αράχοβα για σκι….. Εσύ γαμπρέ μου ξέρεις σκι;

Και αναστενάζει η μαμά και ξεφουσκώνει ο μπαμπάς και  κείνη αναρωτιέται για ποιο λόγο γίνονται αυτά τα τραπεζώματα, όπου όλοι βγαίνουν με δυσπεψία

όχι από το φαγητό, αλλά από τις βαριές κουβέντες…..

 Είναι μετά και κείνη η μελαγχολία του απογεύματος……Γιατί οι Κυριακές είναι πάντα τόσο μελαγχολικές; Ευτυχώς υπάρχει το τηλέφωνο, αλλά και

γι αυτό φωνάζουν.

-         Πάλι μιλάς στο τηλέφωνο; Αμάν πια! Γι αυτό δεν μας φτάνουν τα λεφτά! Όλα στον ΟΤΕ τα δίνουμε! Εκεί και στα κινητά, που ήθελα να

      ήξερα ποιος βλάκας τ’ ανακάλυψε και μας έκαψε την γούνα! Ήθελα να ήξερα τι λέτε τόσες ώρες πια και τελειωμό δεν έχετε!

Τι να τους πει; Ότι αν δεν μιλήσει και στο τηλέφωνο θα το πάρει το ταβοράκι της με τους τρελούς που έχει μπλέξει; Που άλλα ήθελαν στη ζωή,

άλλα έκαναν, δεν επαναστάτησαν όταν μπορούσαν και τώρα τους την έχει δώσει που συμβιβάστηκαν και τα βάζουν με τ’ ανήλικα;

Να τους θυμίσει ότι της πήραν το κινητό για να την βρίσκουν ανά πάσα στιγμή και να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο; Τι περίμεναν όμως;

Ότι θα το χρησιμοποιούσε μόνο για να επικοινωνεί μαζί τους; Δεν είχε εκείνη φίλους και προσωπική ζωή;

Χάλια ήταν βέβαια η προσωπική της ζωή, αλλά σε ποιον να το πει και ποιος θα την καταλάβει; Τι να τους πει δηλαδή;

Για τ’ αγόρια που θυμίζουν όλο και περισσότερο Σελτζούκους Τούρκους στην συμπεριφορά; Ότι το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν πού θα βρουν

σκοτεινή γωνιά να  στριμώξουν το κορίτσι που τους ενδιαφέρει υποτίθεται, ενώ στην πραγματικότητα δεκάρα δεν δίνουν για κείνη, παρά μόνο για το

κορμί της, λες και είναι ένα κομμάτι κρέας; Ότι δεν μπορούσες ούτε μια κουβέντα της προκοπής να πεις με κανέναν τους;

Ότι όταν άρχιζαν να μιλούν για αυτοκίνητα, μηχανές και γκόμενες, ξεχνούσαν ότι ήταν και κορίτσια μπροστά και ήταν στον κόσμο τους;

Ότι και κείνη έμαθε να το «παίζει» σκληρή και να προσποιείται ότι δεν είναι ρομαντική, ότι δεν έχει ιδέα τι είναι ποίηση, ότι δεν διαβάζει τίποτα πιο

σοβαρό από την εφημερίδα των σπορ και ότι τρελαίνεται για το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ και τις άλλες σαχλαμάρες που είναι τα μοναδικά

τους ενδιαφέροντα;

Αλήθεια γιατί οι γονείς έκαναν τόσο βλακώδεις ερωτήσεις του τύπου: « Τι βρίσκετε και λέτε;» Εκείνοι τι έβρισκαν να πουν με τους δικούς τους φίλους;

Γιατί τα παιδιά τους να μην έχουν το ίδιο δικαίωμα δεδομένου ότι έχουν  ευρύτερη θεματολογία και αντίθετα με ότι πιστεύουν οι μεγάλοι, έχουν

μυαλό, καρδιά και αισθήματα!

Μέχρι να περάσεις γενεές δέκα τέσσερις κάθε καθηγητή χωριστά, πάει το μισάωρο….. Μέχρι να κουτσομπολέψεις την Νίκη ας πούμε που έκανε

ανταύγειες και νομίζει ότι της πάνε ενώ γελάει το χείλι κάθε πικραμένου μαζί της, πάει και το άλλο μισάωρο….

Στην συνέχεια να μην πεις στην φίλη σου για εκείνον τον παίδαρο που μετακόμισε απέναντι και κάθε πρωί σηκώνει βάρη με ανοιχτά τα παράθυρα και

τις κουρτίνες;

Να μην την ενημερώσεις για το κατάστημα με τα αξεσουάρ που άνοιξε και έχει κάτι καταπληκτικά σκουλαρίκια;

Να μην κάνετε μαζί όνειρα για το μέλλον και να μην περιγράψεις πώς θέλεις τον άντρα;

Πολύ θέλει η ώρα να περάσει όταν….περνάς καλά;

 Να γιατί δεν περνάει η ώρα του μαθήματος……Υπάρχει έστω κι ένας μαθητής σ’ αυτή την υφήλιο, που λέει: « Τι κρίμα! Χτύπησε κουδούνι!» ;

Όλοι το ίδιο αισθάνονται…. Εγκλωβισμένοι…..

Όλοι το ίδιο λένε για την εφηβική ζωή τους  που φαντάζει τόσο μίζερη  στα μάτια τους……

« Δεν μπορεί…..Θα στρώσει…..»

 

Wednesday, May 02, 2007 5:58:22 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [24]  | 

Pick a theme: